Βγάζεις “ταυτότητα” σε τούτο το πανέμορφο θήραμα. Δεν φτάνει όμως να δηλώνεις περδικάρης. Γιατί για να είσαι πρέπει να έχεις τον δικό σου τόπο και τις δικές σου γνώσεις. Τόπο δύσκολο και μακρινό που να τον πατάνε λίγοι και γνώσεις τέτοιες, που να μαρτυράνε από τον κάθε λάλο και την θέση του κοπαδιού. Γιατί οι περδικάρηδες που σέβονται το βουνό, τα σκυλιά και τις “όμορφες”, πρέπει πάντα να γνωρίζουν εκεί που πήγαν, τι βρήκαν, τι πήραν και τι άφησαν πίσω τους.

Μπορείς να αναζητάς τις πέρδικες στα μέρη που σε κάλεσαν, όμως όπως και να το κάνεις ο τόπος δεν σου ανήκει. Ξενόφερτος και καλεσμένος, δεν μπορείς να πηγαίνεις όποτε θέλεις, δεν μπορείς να κυνηγάς όπου θέλεις και κυρίως όπως θέλεις. Μόνο στα λόγια είναι περδικάρης αυτός που δεν έχει δικούς του τόπους. Κάποιους, ίσως αναγκαστικά, θα πρέπει να τους μοιράζεται και με άγνωστους, όμως εκεί κοντά ή λίγο μακρύτερα, πάντα θα υπάρχουν και οι άλλοι κυνηγότοποι, οι ξεχωριστοί, αυτοί που θέλει να τους πατάει μοναχός του.

Δεν είναι για μοναχικούς κυνηγούς ετούτο το κυνήγι. Ειδικά τα περδικοβούνια κρύβουν κινδύνους, παγίδες και απρόβλεπτα. Δεν μπορείς όμως να τραβάς μαζί σου και όποιον βρεις, απλά για να μην είσαι μόνος. Γιατί όταν έχεις καεί απ’ τον χυλό, φυσάς και το γιαούρτι…

Το παίρνεις απόφαση και λες στον εαυτό σου πως αν θέλει να μείνει άρχοντας πάνω σ’ εκείνα τα στεφάνια, πρέπει να πορευθεί μόνος. Μέχρι να βρεθεί εκείνο το κατάλληλο ταίρι που θα σε πείσει ότι βγάζει μπέσα εσώψυχα, στο λόγο και σεβασμό στα πουλιά.

Πέρασαν τα χρόνια, μαζί τους πέρασε και ο αφελής νεανικός ενθουσιασμός που παρέσερνε εμένα και πολλούς ακόμα της γενιάς μου να δείχνουμε “μπροστάρηδες” και μέσα στα φυσιγγάδικα ευθύς μόλις γινόταν συζήτηση για το που υπάρχουν πέρδικες, πεταγόμαστε κορδωτοί και λέγαμε «πέρδικες, ελάτε μαζί μας ρε παιδιά»…

Στέρεψε από χρόνια και εκείνο το άτιμο φιλότιμο ευγένειας που στην ερώτηση του κάθε καλού φίλου εκείνης της εποχής “Ρε σεις, να πάρουμε μαζί τον Χ, να έρθει και ο τάδε;”, ποτέ η απάντηση δεν περιελάμβανε το όχι. Πολλές από τις φιλίες υπάρχουν ως τώρα, οι πέρδικες όμως από εκείνους τους τόπους τελείωσαν κι όσες απέμειναν στέριωσαν σε μέρη τέτοια που τις βλέπει μόνο ο Θεός και οι γερακίνες.

Κανένας κυνηγός δεν χρειάζεται να ξέρει τόσο καλά τον τόπο του όσο ο περδικάρης. Στα ορτύκια και στην μπεκάτσα τα κυρίως ζητούμενα είναι η εποχή, οι συνθήκες και οι ημερομηνίες. Ότι και αν συμβεί τα περάσματα θα γίνουν, τα πουλιά θα έρθουν και κάπου εύκολα ή δύσκολα θα βρεθούν. Οι πέρδικες όμως δεν ασχολούνται με μπασίματα, περάσματα και μετακινήσεις. Εκεί είναι μόνιμες και τράβα να τις βρεις άμα τις ξέρεις. Κόντρα στο λιοπύρι, στο ξεροβόρι, την αντάρα και τον χιονιά. Ο περδικάρης λοιπόν, αν θέλει να γεύεται την ομορφιά της φέρμας, αλλά και τη ζεστασιά του κορμιού της στην παλάμη του, έχει πολύ δυσκολότερη δουλειά. Πρέπει να γνωρίζει σπιθαμή προς σπιθαμή τον τόπο και το κάθε αγκωνάρι. Μα κυρίως πρέπει να λογαριάζει τι βρήκε, τι πήρε και τι άφησε πίσω του. Πρέπει να έχει εικόνα για τους περδικότοπους, ακόμα και τις εποχές που όλοι οι υπόλοιποι τσαλαβουτάμε στις παραλίες. Και για να το πετύχει αυτό, μόνο ο ίδιος ξέρει πόσο του έχει στοιχίσει σε καύσιμα, λάστιχα και ταλαιπωρία…

Περισσότερες οι πέρδικες

Αξιόπιστες εκτιμήσεις σχετικές με την πληθυσμιακή κατάσταση των πουλιών ανά περιοχή μπορούν να κάνουν πρώτοι από όλους κυνηγοί και βοσκοί. Για να θεωρήσουμε όμως ως ασφαλή τα όποια συμπεράσματα θα πρέπει να έχει προηγηθεί συχνότατη επαφή μας με τον τόπο, πριν οι εικόνες που μας έδωσε συγκριθούν με τις αντίστοιχες πρόσφατων ετών. Βασικό ζητούμενο σε αυτό το θήραμα, ίσως περισσότερο από κάθε άλλο, είναι το μέλλον του…

Προσωπικά θα υποστήριζα πως στο διάστημα της τριετίας 2015-17, οι περιφέρειες που διαπίστωσα την μεγαλύτερη αύξηση πληθυσμού ή μια εντυπωσιακή επανεγκατάσταση κοπαδιών είναι της Φωκίδας, της Πιερίας και των Τρικάλων. Στην πρώτη “φλέβα” σε δύο απόμερους περδικότοπους της Θεσσαλίας με οδήγησαν δυο αδέλφια, γεροντοπαλίκαρα τσοπάνηδες. Δώδεκα χρόνια γνωριμίας είχαν προηγηθεί και οι μόνες πληροφορίες που μου έδιναν ως τότε ήταν για φάσσες τον Οκτώβρη και μπεκάτσες αργότερα. Αρχικά είδα τα τρία μπουλούκια που μου “σύστησαν”, αργότερα έψαξα περισσότερο, βρήκα κι άλλα και συνεχίζοντας ολοένα και μακρύτερα βεβαιώθηκα πλέον πως πέρδικες υπήρχαν… Εκείνες οι αναζητήσεις στάθηκαν αφορμή να σταματήσω το κάπνισμα.

Όλα τούτα τα χρόνια που περπατάω από Αύγουστο μέχρι Δεκέμβρη στους ίδιους αχανείς, έρημους αυτούς τόπους, συνεχώς ανακαλύπτω με μάτια ή με αυτιά, νέες θέσεις, νέες διαδρομές και νέα ταμπάνια. Στην γκρεμίλα που σήμερα είχα βάλει Χ, λίγες μέρες μετά περνώντας από χαμηλά έβρισκα την γιδόστρατα που ανηφόριζε, οπότε την πατούσα κι αυτή. Ούτε αλπικός είναι ο τόπος στο μεγαλύτερο τμήμα του, ούτε λιθαριαστός, ούτε όμως και ντυμένος. Εκεί που τελειώνει το ένα φόντο, ξεκινά το άλλο και παρακάτω ανακατεύονται όλα μαζί ώσπου χάνονται στο σκούρο φόντο του Κόζιακα.

Αν πρωτόφερτους μας πήγαιναν εκεί μια ντουζίνα περδικάρηδες και μας ρωτούσαν “Που λέτε να είναι τα μπουλούκια”, είμαι σίγουρος πως σχεδόν όλοι θα κάναμε το ίδιο λάθος δείχνοντας προς την ίδια κατεύθυνση. Το μορφολογικό ανάγλυφο ταιριάζει με τους βιότοπους που επιλέγουν και το λογικότερο θα ήταν εκεί να βρίσκονται οι πέρδικες. Κάποτε όμως υπήρχαν και εκεί κάμποσα πολλά. Σήμερα, ή βρήκαν πλουσιότερους βιότοπους, ή αισθάνονται περισσότερη ασφάλεια σε μέρη που δεν τα λογαριάζει το μάτι. Εκείνες ξέρουν καλύτερα και μόνες τους βρήκαν τον τρόπο και τον τόπο για να αυγατίσουν.

Στο κυνήγι τους, η θηραματική αξία της κάθε επιτυχίας δικαιολογημένα θεωρείται ανυπολόγιστη. Έρχεται σαν κορύφωση μιας διαδικασίας που απαιτεί συγχρονισμό, ταχύτητα, ακρίβεια και που μοιάζει τελετουργικό που τηρείται με θρησκευτική ευλάβεια. Εντοπισμός, ξεσήκωμα, τουφεκιά…

Είναι κάτι που δεν θα αλλάξει ποτέ, όσο κι αν προχωρούν οι τεχνολογικές εξελίξεις σε όπλα, τετρακίνητα οχήματα και κινητά τηλέφωνα. Εδώ μόνιμος και αναντικατάστατος πρωταγωνιστής ήταν και θα είναι ο σκύλος. Και ειδικότερα στις πέρδικες αυτός ο σκύλος θα πρέπει να έχει ξεχωριστές ικανότητες…

Παράλληλα γιατί ο κάθε κυνηγός εκεί πάνω είναι αφέντης, στοχαστής και ερευνητής μαζί. “Μιλάει” μόνο με τα σκυλιά του και βλέπει όσα ελάχιστοι θα δουν. Πόσες άραγε φορές ακόμα πήγε στις βουνοκορφές και πόσες θα ξαναπάει χωρίς να κάνει βήμα, δίχως να λύσει τα σκυλιά του; Ο καιρός και ο τόπος κάποιες μέρες συμμαχούν προστατεύοντας εκείνες τις περήφανες λυγερές, με τον δικό τους τρόπο.

Άμα κρατήσει αντάρα στις ψηλωσιές, γρήγορα θα διαλυθεί, αν όμως έχει άπνοια και παλουκωθεί η ομίχλη, τότε πίνεις τον καφέ και φεύγεις, γιατί η προσμονή είναι μαρτύριο δίχως τελειωμό. Και σε τούτες τις ανάποδες όμως, πάλι κάτι παίρνεις μαζί. Γιατί ο Κότσος πάλι θα μαζέψει το χαρέμι του, πάλι θα λαλήσει, πάλι θα ακουστεί και φεύγοντας θα ξέρεις πως οι όμορφες ήταν πάλι εκεί.

Περδικάρης με “ταυτότητα” δεν γίνεσαι άμα δεν πιάσεις τον ουρανό, αν δεν ακουμπήσεις τα σύννεφα, αν δεν μουσκέψεις από ιδρώτα, αν δεν πέσεις κι αν δεν ψάξεις.

Πέρδικες θα βρουν και αυτοί οι πολλοί που θα τις αναζητήσουν στο άνοιγμα και εκείνοι οι λίγοι που θα τις ακολουθούν από την αρχή ως το τέλος. Περδικότοποι όμως με λάλο και μαγεία θα παραμείνουν μόνο εκείνοι που μάθαμε να τους περπατάμε και να τους διαχειριζόμαστε σωστά…

Αξέχαστη εμπειρία

Ήταν η τέταρτη έξοδος της χρονιάς και ξαναπήγαινα ενθουσιασμένος γιατί όλες τις προηγούμενες με ήθελε η τύχη και πάντα κάποια πουλιά τα έβρισκα. Κινήθηκα σ’ άλλη περιοχή, λιγότερο γνωστή, επειδή ήδη είχα κυνηγήσει αρκετά στην προηγούμενη. Είχα λαχτάρα να βάλω στο χέρι ένα μεγάλο, βαρβάτο πουλί, γιατί όλα όσα είχα πάρει ήταν μεν καλά ντυμένα, αλλά μικρά, φετινά πουλιά. Σε όλο το πλαγιαρό με τα γκρίζα λιθάρια τα σκυλιά δεν έδειξαν κανένα ενδιαφέρον. Πήρα πορεία προς τα χαμηλότερα και μέσα σ’ ένα μικρό ντυμένο με σκόρπιες αριές, κεδράκια και κουμαριές, σηκώσαμε ένα μπουλούκι από οκτώ πέρδικες, που με διπλοτουφεκιά κράτησα μία. Μικρό πουλί και αυτό. Τα πουλιά έπιασαν απέναντι, σ’ ένα δίπατο κοφτό στεφάνι, που μόνο γερακίνες και γαλαζοκότσυφες ανέβαιναν.

Είχε αρχίσει ψιλόβροχο, όπως εκείνα τα υποφερτά και καλοδεχούμενα που σπάνε την ξέρα του νοτιά και αντί να γυρίσω πίσω, είπα να συνεχίσω κάνοντας κύκλο προς το αμάξι. Βρισκόμουν ήδη σε κακοτράχαλα σημεία με μεγάλα ολόρθα μονόπετρα, όταν είδα σε αρκετή απόσταση μακριά μου τα δυο από τα τρία σκυλιά φερμαρισμένα. Βαριανασαίνοντας έφτασα αλλά πρόλαβα μόνο την μισή εικόνα. Τα πουλιά σηκώθηκαν την ώρα που εγώ πήδαγα από βράχο σε βράχο.

Τα ζωντανά όμως παρέμειναν ακλόνητα στην θέση τους. Πίσω είχαν μείνει δυο πέρδικες. Πήρα την μια, όμως κοψόφτερη πήρε τον κατήφορο και έπεσε πολύ χαμηλά, σε σημείο που πήρα σημάδια. Τα καμάρια μου βρήκαν τρόπο να κατέβουν αμέσως από την κοφτή γκρεμίλα, εγώ όμως έκανα παραπάνω από 20 λεπτά. Πλησιάζοντας, τα είδα να γαβγίζουν και να έχουν σηκώσει τρίχα. Σκέφτηκα για λαγό, σκέφτηκα για άλλο τριχωτό, όμως και πάλι αυτή δεν ήταν η γνωστή τους συμπεριφορά. Όσο έφτανα κοντά, τόσο εκείνα πήγαιναν σε μια σχισμή του βράχου και σηκώνοντας τα πόδια τους χτυπούσαν τις πατούσες κάτω με δύναμη, σαν να μου έδειχναν κάτι. Κοίταξα στο άνοιγμα και είδα μέσα την λαβωμένη πέρδικα ακόμη ζωντανή.

Τώρα όμως το γάβγισμα είχε γίνει λυσσαλέο και τα σαγόνια τους είχαν αφρούς. Κοίταξα ξανά με περισσότερη προσοχή και μόνο τότε είδα πως πάνω από τον λαιμό της πέρδικας έβγαινε διχαλωτό το κεφάλι μιας οχιάς. Μάζεψα λίγα ξερά φρύγανα, τους έβαλα φωτιά και τα έριξα μέσα. Το φίδι βγήκε και το ξεπάστρεψα μ΄ ένα μαλλινόταπο 7άρι. Τα σκυλιά πήγαν κοντά, το κουνούσαν με τα πόδια τους και μόνο τότε ησύχασαν. Χωρίς δεύτερη κουβέντα μου είχαν σώσει τη ζωή. Μόνος βρισκόμουν εκεί και για το αυτοκίνητο ήθελα δυο ώρες δρόμο. Κυλιόμουν κάτω μαζί τους με αγκαλιές και φιλιά, σε ένδειξη ευγνωμοσύνης. Αν δεν ήταν αυτά, θα είχα βάλει χέρι μέσα να πάρω το θήραμα και σίγουρα θα είχα πάει αδιάβαστος.

Πήρα την πέρδικα που δυστυχώς και αυτή φετινάρι ήταν, πήρα και την οχιά και γύρισα στο εξοχικό. Το φίδι το έβαλα μαζί με οινόπνευμα σε ένα βαζάκι μαρμελάδας για να το βλέπω και να θυμάμαι και τα πουλιά στον καταψύκτη. Την Πέμπτη, μίλησα με ένα φίλο, που εξιστορώντας μου ένα παρόμοιο περιστατικό από την Κύθνο, με έβαλε σε ιδέες. Έβγαλα τις πέρδικες, ξεχώρισα εύκολα την καψαλισμένη και την άφησα να ξεπαγώσει. Όταν άρχισα να την μαδάω είδα πως το στήθος και ο λαιμός της (μόνο εκεί) είχαν πρασινοκίτρινο χρώμα. Έκανα στα σημεία αυτά δυο σχισμές με μαχαίρι, όμως αίμα δεν βγήκε παρά μόνο υγρό. Την άνοιξα στην μέση και τα σωθικά της ήταν μαυροπράσινα. Ήταν φανερό πως όσο το πουλί ήταν ζωντανό η οχιά την είχε τσιμπήσει. Έσκαψα ένα λάκκο και την έθαψα εκεί.

Ακόμη κοιτάω το βαζάκι με το μικρό φιδάκι του θανατικού και σκέφτομαι τι μπορεί να είχα πάθει αν τα σκυλιά μου δεν φρόντιζαν να με προειδοποιήσουν.

Δυστυχώς ένα χρόνο αργότερα ο κορυφαίος κυνηγετικός σκύλος μου και πατέρας των υπολοίπων, δεν μπόρεσε να έχει την ίδια τύχη. Στις 5 Μαΐου 2017, κάνοντας βόλτα σε πλατανόδασος της Εύβοιας δέχτηκε δάγκωμα οχιάς. Έγιναν ταχύτατα όλα όσα έπρεπε και το σκυλί μεταφέρθηκε Αθήνα. Δυστυχώς το δηλητήριο ήταν δυνατό και παρά τις συνεχείς προσπάθειες των αδελφών κτηνιάτρων Ηλία και Δημήτρη Σιδερά – Χαντάντ, τους οποίους ευχαριστώ από τα βάθη της καρδιάς μου, οι εξετάσεις έδειξαν πως η βλάβη ήταν μεγάλη.

Ο Morgan πάλεψε όσο μπορούσε. Με 4ου βαθμού νεφρική ανεπάρκεια και συνεχώς πτωτικές τις ενδείξεις του αιματοκρίτη, άντεξε ως το ξημέρωμα της 4ης Ιουνίου 2018.

 

Κείμενο & φωτογραφίες του Χάρη Αρχοντάκη