Κάθε μια ξεχωριστή, κάθε μια με την δική της αντίδραση. Από την μία τις συναντάμε να αφήνουν τα σκυλιά σε κοντινή προσέγγιση της θέσης τους, την άλλη πάλι τις βλέπουμε να ξεπετάγονται πολύ μπροστά τους και ενδιάμεσα έχουμε εκείνες τα αποκαλούμενα πουλιά “φαντάσματα”, τις μπεκάτσες δηλαδή που μας αφήνουν ίχνος ακουστικό μόνο το φτεροκόπημα και οπτικό την ζεστή κουτσουλιά τους…

Χρόνια τώρα, από τα μέσα του Οκτώβρη ως τα τέλη του Φλεβάρη, κάθε φορά που μόνος και ήσυχος αναπολώ στιγμές και εικόνες τόσο από το πλέον πρόσφατο μπεκατσοκυνήγι, όσο και απ’ όλα μαζί συνολικά, νοιώθω την ανάγκη να βρω τους λόγους και τις αιτίες για κάτι που δεν πήγε καλά και εκείνη πάλι με νίκησε. Και δεν ξέρω γιατί, όμως οι σκέψεις και οι αναμνήσεις περνάνε με ταχύτητα τις εικόνες που πήγα καλά, κολλάνε όμως σ’ εκείνες που υπήρξε αποτυχία. Έρχονται τότε λοιπόν στο μυαλό λεπτομέρειες μικρές, φαινομενικά ίσως και τελείως ασήμαντες, που όμως αν είχαν προσεχθεί περισσότερο, ίσως και να υπήρχε διαφορετικό αποτέλεσμα.

Βλέπω την λάθος θέση που πήρα, το παραπάνω βήμα του σκύλου, εκείνη που βρήκε άνοιγμα στο πουθενά, τα φυλλωμένα κλαδιά που με εμπόδιζαν, την άστοχη τουφεκιά…

Τα βλέπω όλα ξανά απ’ την αρχή. Σύντομα όμως καταλήγω πως πάντα έτσι ήταν και έτσι θα παραμείνει το μαγικό κυνήγι της αρχόντισσας του δάσους, μυστήριο, απρόβλεπτο και σαγηνευτικό. Ωστόσο πιστεύω πως αποκλείεται να υπάρχει εθισμένος μπεκατσοκυνηγός, που με λατρεία και σεβασμό αναζητά αυτό το υπέροχο πουλί και να μην έχει επιχειρήσει – όπως εγώ – να αποκωδικοποιήσει την συμπεριφορά της και παντρεύοντας εμπειρίες δεκαετιών, κυρίως όμως ερμηνείες πολλών ακόμα συναδέλφων, στοχεύοντας να βρει απαντήσεις κοντινές απέναντι στην μοναδική συμπεριφορά της.

Aπαντήσεις που δείχνουν πως όλα τα πουλιά δεν έχουν τον ίδιο κωδικό αντίδρασης και πως ανάλογα με τον τόπο, τον χρόνο και τον καιρό ενεργούν διαφορετικά. Που λένε επίσης πως καλά τα ποιοτικά ρούχα, τα ακριβά τουφέκια και τα αδιάβροχα άρβυλα, όμως λεπτομέρειες και πρωτίστως τα ικανά μπεκατσόσκυλα είναι εκείνα που θα περιορίσουν κάπως εκείνες τις κακιές αναμνήσεις. Ευτυχώς όμως και για τις μπεκάτσες και για εμάς, που ακόμα και τα ικανότερα μπεκατσόσκυλα, πάντα θα χάνουν από κάποιες εξυπνότερες. Και δεν αμφιβάλω πως θα βρεθεί έστω κι ένας καθάριος μπεκατσάς, που να μην νιώσει θλίψη όταν κάνει εκείνες τις μαύρες σκέψεις πως τελικά πιότερες είναι οι βασίλισσες που πέφτουν μπαμπέσικα στα πρωινά και τα βραδινά φονικά καρτέρια, παρά εκείνες που παλικαρίσια τουφεκίστηκαν. Τα “βάσανα” όμως με τούτα τα αρχοντοπούλια τώρα αρχίζουν…

Οι “ντοπιάρικες” μπεκάτσες

Νομίζω ότι στην κατηγορία αυτή ανήκουν τα πουλιά με την πλέον φυσιολογική συμπεριφορά απέναντι στην εμφάνιση και το άκουσμα κάθε παράξενης εικόνας και ήχου. Κατά την προσφιλή συνήθεια δεκαετιών τις αποκαλούμε ντοπιάρικες όχι φυσικά γιατί μονίμως βρίσκονται στον ίδιο τόπο, αλλά διότι ανήκουν στα πουλιά εκείνα που πρώτα μπήκαν στον συγκεκριμένο κυνηγότοπο και βρίσκοντας τις καταλληλότερες των συνθηκών παρέμειναν για μεγάλο διάστημα. Άπειρες φορές όλοι μας μπρος στην θέα κάποιων περιοχών κάνουμε οπτικές εκτιμήσεις, λογίζοντας τον συγκεκριμένο τόπο ως ιδανικό μπεκατσότοπο, ώσπου μια σχολαστική έρευνα με έμπειρα σκυλιά μας δείχνει το τελείως αντίθετο. Μπορεί λοιπόν ο χώρος να φαίνεται ιδανικός, όμως ίσως ακόμη εκεί να μην έχουν διαμορφωθεί οι κατάλληλες συνθήκες που θα κρατήσουν τα πουλιά. Πέρα από δευτερογενείς παράγοντες, τρεις είναι οι βασικές προϋποθέσεις που αναζητούν οι μπεκάτσες πριν δηλώσουν ντοπιάρικες σε κάποιο κυνηγότοπο.

Ανεύρεση τροφής σε αφθονία, ύπαρξη ασφαλών καταφυγίων και απουσία ξαφνικών καιρικών μεταβολών που ταχύτατα εξελίσσονται σε ακραία φαινόμενα.

Ανάμεσα στους νεότερους μπεκατσάδες επικρατεί μια – λανθασμένη κατά την γνώμη μου – άποψη πως τα πουλιά φεύγουν επειδή, το τάδε ας πούμε Σαββατοκύριακο ο τόπος πολυκυνηγήθηκε. Από πουθενά δεν προκύπτει πως οι μπεκάτσες απέκτησαν συνήθειες μετακίνησης λόγω κυνηγών, σκύλων και ήχων τουφεκιάς. Φεύγουν αν ο τόπος γίνει αφιλόξενος, μετακινούνται γιατί έρχεται πάγος, αλλά απλώς αλλάζουν θέσεις όταν ο βιότοπος τους “πιέζεται” από κυνηγετική δραστηριότητα.

Αυτά τα πουλιά, έχοντας καθημερινή επαφή με το τριγύρω περιβάλλον, δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε πως έχουν ως ένα βαθμό εξοικειωθεί με κάποιες εικόνες και ήχους, ενώ παράλληλα έχουν κωδικοποιήσει κάθε άλλη παρουσία ή άκουσμα, ως επερχόμενο κίνδυνο. Πόσες φορές δεν έτυχε να περάσει ένα κοπάδι πρόβατα συνοδεία τσοπανόσκυλων από κάποια μέρη και ξωπίσω εμείς να σηκώνουμε πουλιά σε σημεία που λίγο πριν ήταν περικυκλωμένα από το κοπάδι. Αυτές οι εικόνες τους είναι γνώριμες, τις συνήθισαν και δεν αντιδρούν. Τα ίδια πουλιά συνήθισαν όμως να έχουν και την διαχειριστική ευχέρεια του τόπου μετά από καιρό παραμονής εκεί, οπότε οι χαρακτηρισμένες ντοπιάρικες αισθανόμενες την απόλυτη ασφάλεια του χώρου τους, μας δίνουν πολλές φορές την ευκαιρία να απολαύσουμε εκείνες τις απίστευτες εικόνες από κοντινές φέρμες, όπου πλέον όλα σχεδόν είναι προβλέψιμα, πλην του αποτελέσματος της τουφεκιάς.

Δεν αναφέρομαι στα περάσματα, αλλά ούτε και σε περιόδους μετακινήσεων – αφίξεων λόγω ξαφνικού, παρατεταμένου παγετού, όπου μπεκάτσες μπορεί να μπλοκαριστούν και σε ελάχιστη απόσταση, αλλά αναφέρομαι αποκλειστικά και μόνο για την περίοδο Νοέμβρη, Δεκέμβρη, Γενάρη, όπου οι βασίλισσες, πολλές ή λίγες έχουν επιλέξει τους τόπους τους. Κατά κανόνα λοιπόν, τα πουλιά που θα επιδείξουν μεγαλύτερη ανεκτικότητα στην προσέγγιση της θέσης τους από τα κυνηγόσκυλα, προέρχονται από ομάδες με μεγάλο διάστημα παραμονής στον ίδιο τόπο.

Οι “νεόφερτες” μπεκάτσες

Πρόκειται αποκλειστικά και μόνο για κάποιο μικρό ή μεγάλο αριθμό πουλιών που ξαφνικά παρουσιάστηκαν σε κάποιο κυνηγότοπο ως αποτέλεσμα κάποιας μαζικής μετακίνησης λόγω χιονιά, παγετού, ανομβρίας ή ανόδου της θερμοκρασίας. Σε παρόμοιες περιπτώσεις, ένας χώρος ο οποίος μας έχει συνηθίσει με ιδανικές συνθήκες να φιλοξενεί συνήθως κάποιο αριθμό από βελουδομάτες, ενδέχεται ξαφνικά και αναπάντεχα να διαπιστώσουμε πως διατηρεί μεγαλύτερους πληθυσμούς. Σε τέτοιες καταστάσεις μπορεί να βρούμε πουλιά σε σημεία με σκέτη πέτρα, με ψιλό χορτάρι, αλλά και σ’ άλλα, που με βάση τη λογική και την εμπειρία φαίνεται αδιανόητο.

Ωστόσο αυτού του είδους οι μετακινήσεις σε ελάχιστες περιπτώσεις έχουν παρατεταμένη διάρκεια και συνήθως διαρκούν από λίγες ώρες ώς ελάχιστες ημέρες. Οι μπεκάτσες μόλις αισθανθούν πως το κακό πέρασε, επιδιώκουν την άμεση αναχώρηση και επιστρέφουν στους ίδιους ή άλλους βιότοπους, παρόμοιους μ’ αυτούς που εγκατέλειψαν, όπου οι συνθήκες επανήλθαν ομαλές.

Η περιφέρεια της Ηπείρου, ο μεγαλύτερος και πλουσιότερος ίσως μπεκατσότοπος της χώρας, αποτελεί το σημαντικότερο παράδειγμα αυτών των μετακινήσεων. Ξεκινάμε ξεκαθαρίζοντας πως η Ήπειρος ακόμη και με τις ακαταλληλότερες των συνθηκών, ακόμη και στις πλέον φτωχές χρονιές, πάντα είχε κάποια πουλιά. Όμως το απόλυτο της εντυπωσιακής αριθμητικής μεταβολής προκύπτει μόλις οι καιρικές συνθήκες αγριέψουν προς το ακραίο στην παραμεθόριο ζώνη και κυρίως στην ενδοχώρα Αλβανίας και Σκοπίων. Τότε είναι που ανοίγει ο παράδεισος για τους μπεκατσάδες δυτικής Μακεδονίας και Ηπείρου.

Όμως και εκεί η συνέχεια δεν προβλέπεται το ίδιο ευχάριστη και πλούσια αν ο καιρός αποφασίσει να κατηφορίσει και προς αυτά τα μέρη. Οι μπεκάτσες του “δίνουν” για ακόμα νοτιότερα. Πρόκειται για πουλιά που κατά γενική ομολογία συμπεριφέρονται τελείως απρόβλεπτα και αντιδρούν με τις πλέον ποικιλόμορφες επιλογές στο ξεσήκωμά τους. Σε συναντήσεις με τέτοιες μπεκάτσες συνήθως τα βλέπουμε όλα. Κατ’ αρχήν βρίσκουμε πουλιά σε μέρη και σημεία που δεν θεωρούνται “φυσιολογικά”, ενώ παράλληλα έχουμε να αντιμετωπίσουμε αντιδράσεις που εναλλάσσονται ανάμεσα στις ήπιες ως τις πιό ακραίες. Οι μακρομύτες αυτές ευρισκόμενες σε ένα άγνωστο τόπο, έξω από το επιλεγμένο δικό τους βασίλειο και προκειμένου να επιβιώσουν, καλούνται μέσα σε ελάχιστο χρόνο να τον μάθουν, να τραφούν και να αναζητήσουν καταλύματα. Κάθε κίνηση, κάθε ήχος, κάθε παρουσία στο νέο τους χώρο εκλαμβάνεται ως πηγή κινδύνου και έτσι πρέπει να την αντιμετωπίσουν. Ενώ λοιπόν στην ουσία πρόκειται για πουλιά που αναγκασμένα από τον ίδιο λόγο αλλαξοτόπισαν έστω και προσωρινά, ανάμεσά τους διακρίνουμε συχνά και εκ διαμέτρου αντίθετες αντιδράσεις. Έτσι, ενώ από την μια συναντάμε μερικές που αφήνουν τα σκυλιά σε κοντινή προσέγγιση της θέσης τους, από την άλλη βλέπουμε κάποιες να ξεπετάγονται πολύ μπροστά τους και ενδιάμεσα έχουμε και τις περιπτώσεις εκείνες που αφορούν τα αποκαλούμενα πουλιά “φαντάσματα”, τις μπεκάτσες δηλαδή εκείνες που μας άφησαν ως ίχνος ακουστικό μόνο το φτεροκόπημα τους και οπτικό την ζεστή κουτσουλιά, αφού διέφυγαν και μόνο στο άκουσμα βημάτων, σπασίματος κλαδιών, κουδούνας ή μπίπερ.

Μερικοί συνάδελφοι από τους πλέον καταξιωμένους μπεκατσάδες τουλάχιστον του δικού μου περίγυρου, ισχυρίζονται πως πάντα οι καλύτερες αριθμητικές τους επιδόσεις σημειώνονται με τα πουλιά της μετακίνησης, με τις νεόφερτες δηλαδή μπεκάτσες. Κανείς νομίζω δεν διαφωνεί με αυτή την άποψη, όμως εγώ θα ήθελα να προσθέσω πως το κυνήγι αυτών των νεόφερτων στον κυνηγότοπο μπεκατσών, καταλήγει συνήθως σε απογοητευτικές ή μέτριες αποδόσεις αν γίνεται από ένα μοναχικό κυνηγό, ή ζευγάρι, που όμως ο καθένας ερευνά δικό του χώρο και διατηρούν μεταξύ τους μεγάλες αποστάσεις.

Οι “κυνηγημένες” μπεκάτσες

Εδώ οι συνθήκες αλλάζουν, το κυνήγι τους γίνεται κατά πολύ δυσκολότερο και πλέον ως και η παραμικρή λεπτομέρεια έχει την δική της καθοριστική σημασία. Οι κυνηγημένες μπεκάτσες είναι πουλιά με πρόσθετες εμπειρίες και που στο παρελθόν είχαν μια και περισσότερες επαφές με κυνηγόσκυλα και κυνηγούς. Είναι πουλιά που με κάποιο τρόπο και για για κάποιο λόγο κατάφεραν να διαφύγουν από τον στενό κλοιό της μουσούδας και της κάννης και τώρα καλούνται να κάνουν το ίδιο μόλις αισθανθούν κίνδυνο. Αυτές οι μπεκάτσες δεν είναι απαραίτητο να ανήκουν οπωσδήποτε στις ντοπιάρικες ή τις νεόφερτες. Πουλιά που έχουν βιώσει ξωπίσω τους θηρευτές, σίγουρα προέρχονται και από τις δυο κατηγορίες, κατά κανόνα όμως οι περισσότερο έμπειρες, άρα και κυνηγημένες ανήκουν στις ντοπιάρικες. Είναι τα πουλιά που συνηθίσαμε να τα αποκαλούμε ως μάστορες, καθηγητές και άλλα τέτοια πολλά και που στο τέλος, σαν επισφράγισμα της προσπάθειας λέμε “χαλάλι τους που γλύτωσαν”, αφού μας αναγκάζουν να αναγνωρίσουμε πως νίκησαν, έστω κι αν δεν μας έδωσαν την ευκαιρία να αναμετρηθούν με τα σκυλιά και το τουφέκι μας.

Είναι άγνωστο πόσες φορές η κάθε μια από αυτές αντίκρισε σιλουέτες κυνηγών και κυνηγόσκυλων και πόσες άκουσε πατήματα, μπίπερ και κουδουνάκια να πλησιάζουν. Είναι όμως ταυτόχρονα πολύ γνωστές οι δυσκολίες που παρουσιάζουν τα πουλιά αυτά, ως την στιγμή που θα μας επιτρέψουν να τα θεωρήσουμε μπλοκαρισμένα και να πάρουμε θέση περιμένοντας το ξεπέταγμά τους. Αυτές οι μπεκάτσες είναι κατά κύριο λόγο που θα τις δούμε να κοταρίζουν απομακρυνόμενες γρηγορότερα κι από τις πέρδικες. Αυτές είναι που με τα βατραχοπηδήματα θα χωθούν στην σκοτεινιά του απροσπέλαστου, του σφιχτού και της πυκνούρας, αυτές είναι που θα βρουν διάδρομο διαφυγής από σημείο που θεωρούμε απίθανο, αυτές, όλες αυτές είναι οι έμπειρες και οι κυνηγημένες.

Σπανίως ανάμεσά τους θα βρούμε πουλιά που γεννήθηκαν την περσινή άνοιξη, αφού απ’ όσες καταφέρουμε να βάλουμε στο χέρι διαπιστώνουμε πως είναι πουλιά ενήλικα, μεγάλα, σκουρόχρωμα και καλοταϊσμένα. Αν υποθέσουμε πως όλα τα έμπειρα και καλά ξεκινημένα μπεκατσόσκυλα έχουν κάποιες επιτυχίες με θηράματα των δυο προηγούμενων κατηγοριών, εδώ, θέση στις επιτυχίες έχουν ίσως και λιγότερα από τα μισά. Στα κυνηγημένα πουλιά ένα μπεκατσόσκυλο που απλά κινείται λίγο πάνω από τα όρια της μετριότητας δεν έχει ελπίδες να βγει πολλές φορές νικητής.

Μπορεί να καλύπτει σχολαστικά ένα τεράστιο πεδίο έρευνας, μπορεί να έχει αστείρευτο πάθος, μπορεί να διαθέτει τέλεια μύτη, ξετρύπημα του πυκνού και κούμπωμα πάνω σε θέση από μεγάλη απόσταση, μπορεί όλα να τα κάνει τέλεια, αν όμως δεν έχει και την απαραίτητη εξυπνάδα που θα του επιτρέψει να καταλάβει πόσο χώρο του δίνει η μπεκάτσα και που δεν πρέπει να κάνει το επόμενο βήμα, τότε οι βασίλισσες πάλι φευγάτες θα είναι.

Ο σκύλος μας κάνει κυνηγούς, ο χρόνος μας καθιστά σοφότερους και οι μακρομύτες του βορρά είναι αυτές που θα φτιάξουν τα ικανότερα μπεκατσόσκυλα. Και κακά τα ψέματα, είτε δικά μου είναι, είτε δικά σας, είτε των υπολοίπων, είναι αδύνατον να μην έχουμε ξεχωρίσει κάποια που κυριαρχούν και που δικαιωματικά φέρουν τον τίτλο του απόλυτου μπεκατσόσκυλου. Καμιά φυλή ως τώρα δεν μας έπεισε πως έχει το προνόμιο να διαθέτει μόνο τους δικούς της άριστους αντιπροσώπους στο κυνήγι αυτό. Ο χρόνος έχει δείξει πως μέτρια και κορυφαία προέκυψαν ανάμεσα από σέττερ, πόιντερ, επανιέλ, κούρτσχααρ, ντράτχααρ, βίζλα…

Ως ένα βαθμό η εκπαίδευση παίζει το ρόλο της. Από εκεί και μετά όμως καθοριστική σημασία στην εξέλιξη τους, έχουν η συχνότητα επαφής με το θήραμα και η εξυπνάδα που διαθέτουν.

 

Κείμενο & φωτογραφίες: Χάρης Αρχοντάκης